δίκαννος
•
- που έχει δύο κάννες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δίκαννος < δι- + κάννη + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δίκαννος | δίκαννη | δίκαννο |
| Γενική | δίκαννου | δίκαννης | δίκαννου |
| Αιτιατική | δίκαννο | δίκαννη | δίκαννο |
| Κλητική | δίκαννε | δίκαννη | δίκαννο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δίκαννοι | δίκαννες | δίκαννα |
| Γενική | δίκαννων | δίκαννων | δίκαννων |
| Αιτιατική | δίκαννους | δίκαννες | δίκαννα |
| Κλητική | δίκαννοι | δίκαννες | δίκαννα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →