δίκαρτος
•
- νεολογισμόςπου έχει ή δέχεται δύο κάρτες Βικιλεξικό
- Σ' αυτό το δίκαρτο κινητό είναι δυνατόν να έχετε ενεργοποιημένες και τις δυο κάρτες SIM, επιτρέποντάς σας για παράδειγμα να δέχεστε μηνύματα στο ένα νούμερο ενώ ταυτόχρονα πραγματοποιείτε κλήση στο δεύτερο
- ουσιαστικοποιημένοδίκαρτο: το κινητό που δέχεται δύο κάρτες SIM Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δίκαρτος < δι- + κάρτα + -ος ((μεταφραστικό δάνειο) (αγγλικά) dual SIM)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δίκαρτος | δίκαρτη | δίκαρτο |
| Γενική | δίκαρτου | δίκαρτης | δίκαρτου |
| Αιτιατική | δίκαρτο | δίκαρτη | δίκαρτο |
| Κλητική | δίκαρτε | δίκαρτη | δίκαρτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δίκαρτοι | δίκαρτες | δίκαρτα |
| Γενική | δίκαρτων | δίκαρτων | δίκαρτων |
| Αιτιατική | δίκαρτους | δίκαρτες | δίκαρτα |
| Κλητική | δίκαρτοι | δίκαρτες | δίκαρτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →