Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δίκαρτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. νεολογισμόςπου έχει ή δέχεται δύο κάρτες Βικιλεξικό
    • Σ' αυτό το δίκαρτο κινητό είναι δυνατόν να έχετε ενεργοποιημένες και τις δυο κάρτες SIM, επιτρέποντάς σας για παράδειγμα να δέχεστε μηνύματα στο ένα νούμερο ενώ ταυτόχρονα πραγματοποιείτε κλήση στο δεύτερο
  2. ουσιαστικοποιημένοδίκαρτο: το κινητό που δέχεται δύο κάρτες SIM Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δίκαρτος < δι- + κάρτα + -ος ((μεταφραστικό δάνειο) (αγγλικά) dual SIM)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδίκαρτοςδίκαρτηδίκαρτο
Γενικήδίκαρτουδίκαρτηςδίκαρτου
Αιτιατικήδίκαρτοδίκαρτηδίκαρτο
Κλητικήδίκαρτεδίκαρτηδίκαρτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδίκαρτοιδίκαρτεςδίκαρτα
Γενικήδίκαρτωνδίκαρτωνδίκαρτων
Αιτιατικήδίκαρτουςδίκαρτεςδίκαρτα
Κλητικήδίκαρτοιδίκαρτεςδίκαρτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →