δίκερος
•
- λόγιοπου φέρει δύο πραγματικά κέρατα ή προεξοχές αντίστοιχης λειτουργίας ή μορφολογίας, αποτελώντας χαρακτηριστικό γνώρισμα ζώου ή αντικειμένου Βικιλεξικό
- ανατομίαπου παρουσιάζει διαμόρφωση σε δύο διακριτούς λοβούς ή απολήξεις, οι οποίοι θυμίζουν σχηματικά κέρατα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δίκερος < αρχαία ελληνική δίκερως < κέρας
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δίκερος | δίκερη | δίκερο |
| Γενική | δίκερου | δίκερης | δίκερου |
| Αιτιατική | δίκερο | δίκερη | δίκερο |
| Κλητική | δίκερε | δίκερη | δίκερο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δίκεροι | δίκερες | δίκερα |
| Γενική | δίκερων | δίκερων | δίκερων |
| Αιτιατική | δίκερους | δίκερες | δίκερα |
| Κλητική | δίκεροι | δίκερες | δίκερα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →