Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δίκερος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου φέρει δύο πραγματικά κέρατα ή προεξοχές αντίστοιχης λειτουργίας ή μορφολογίας, αποτελώντας χαρακτηριστικό γνώρισμα ζώου ή αντικειμένου Βικιλεξικό
  2. ανατομίαπου παρουσιάζει διαμόρφωση σε δύο διακριτούς λοβούς ή απολήξεις, οι οποίοι θυμίζουν σχηματικά κέρατα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δίκερος < αρχαία ελληνική δίκερως < κέρας

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδίκεροςδίκερηδίκερο
Γενικήδίκερουδίκερηςδίκερου
Αιτιατικήδίκεροδίκερηδίκερο
Κλητικήδίκερεδίκερηδίκερο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδίκεροιδίκερεςδίκερα
Γενικήδίκερωνδίκερωνδίκερων
Αιτιατικήδίκερουςδίκερεςδίκερα
Κλητικήδίκεροιδίκερεςδίκερα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →