Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δίκηο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. παρωχημένοάλλη γραφή του δίκιο ή δίκαιο Βικιλεξικό
    • Κάθε δίκηο δε(ν) βαρεί κι α(ν) βαρέση δεν ανοί(γ)ει
    • Και μια μικρή απογοήτεψη. Ο Νουμάς δε δέχτηκε ένα διήγημα που του έστειλα. Ίσως έχει δίκηο. Καταλαβαίνω πως μου λείπει η φλόγα

Ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδίκηοδίκηα
Γενικήδίκηουδίκηων
Αιτιατικήδίκηοδίκηα
Κλητικήδίκηοδίκηα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →