δίκηο
•
- παρωχημένοάλλη γραφή του δίκιο ή δίκαιο Βικιλεξικό
- Κάθε δίκηο δε(ν) βαρεί κι α(ν) βαρέση δεν ανοί(γ)ει
- Και μια μικρή απογοήτεψη. Ο Νουμάς δε δέχτηκε ένα διήγημα που του έστειλα. Ίσως έχει δίκηο. Καταλαβαίνω πως μου λείπει η φλόγα
Ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δίκηο | δίκηα |
| Γενική | δίκηου | δίκηων |
| Αιτιατική | δίκηο | δίκηα |
| Κλητική | δίκηο | δίκηα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →