δίκιο
•
- αυτό που είναι αληθές ή ορθό, που συμφωνεί με την πραγματικότητα Βικιλεξικό
- έχω δίκιο, δίκιο έχεις
- Η επιστημονική εξέλιξη απέδειξε ότι ο Γαλιλαίος είχε δίκιο σε αυτά που υποστήριζε.
- αυτό που είναι σύμφωνο με τις αρχές της ηθικής και της δικαιοσύνης Βικιλεξικό
- Αγωνίζομαι να βρω το δίκιο μου, τα δίκαιά μου.
- Μη θυμώνεις μαζί του, έχει κι αυτός τα δίκια του.
Ετυμολογία
δίκιο < κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική δίκαιον με συνίζηση στην κατάληξη. Συγκρίνετε με το ουσιαστικό δίκαιο.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δίκιο | δίκια |
| Γενική | δίκιου | δίκιων |
| Αιτιατική | δίκιο | δίκια |
| Κλητική | δίκιο | δίκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →