δίκλωνος
•
- που έχει δύο κλώνους Βικιλεξικό
- Στη δημοσιά σαν αγκαλιά / δίκλωνη ενός διαβήτη, / του αγέρα δάχτυλα στη χήτη / και μίλια στην κοιλιά (⌘ Γιώργος Σεφέρης, συλλογή Στροφή, Κοχύλια, Σύννεφα. ποίημα Αυτοκίνητο greek‑language.gr)
- που έχει δύο κλωστές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δίκλωνος < (δις) δί- + κλών(ος) + -ος # δίκλωνος < (δις) δί- + κλων(ιά) + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δίκλωνος | δίκλωνη | δίκλωνο |
| Γενική | δίκλωνου | δίκλωνης | δίκλωνου |
| Αιτιατική | δίκλωνο | δίκλωνη | δίκλωνο |
| Κλητική | δίκλωνε | δίκλωνη | δίκλωνο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δίκλωνοι | δίκλωνες | δίκλωνα |
| Γενική | δίκλωνων | δίκλωνων | δίκλωνων |
| Αιτιατική | δίκλωνους | δίκλωνες | δίκλωνα |
| Κλητική | δίκλωνοι | δίκλωνες | δίκλωνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →