δίκοπη
•
- αργκότο μαχαίρι που είχαν επάνω τους οι παλιοί μάγκες, διάφορα άτομα του περιθωρίου ή του υποκόσμου Βικιλεξικό
- το κούφιο και η δίκοπη είναι η συντροφιά του
Ετυμολογία
δίκοπη < ουσιαστικοποιημένο θηλυκού γένους του επιθέτου δίκοπος (αναφορά στη δίκοπη λεπίδα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δίκοπη | δίκοπες |
| Γενική | δίκοπης | δίκοπων |
| Αιτιατική | δίκοπη | δίκοπες |
| Κλητική | δίκοπη | δίκοπες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →