Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δίκοπη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. αργκότο μαχαίρι που είχαν επάνω τους οι παλιοί μάγκες, διάφορα άτομα του περιθωρίου ή του υποκόσμου Βικιλεξικό
    • το κούφιο και η δίκοπη είναι η συντροφιά του

Ετυμολογία

δίκοπη < ουσιαστικοποιημένο θηλυκού γένους του επιθέτου δίκοπος (αναφορά στη δίκοπη λεπίδα)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδίκοπηδίκοπες
Γενικήδίκοπηςδίκοπων
Αιτιατικήδίκοπηδίκοπες
Κλητικήδίκοπηδίκοπες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →