Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δίκοπος

/ˈði.ko.pos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει δύο κόψεις Βικιλεξικό
    • ≤ συνυπώνυμα: μονόκοπος
  2. μεταφορικάπου έχει τόσο θετικές όσο και αρνητικές πλευρές Βικιλεξικό
    • αγάπη που 'γινες δίκοπο μαχαίρι (τίτλος τραγουδιού σε ταινία, στίχοι: Μιχάλης Κακογιάννης -και σκηνοθέτης της ομώνυμης ταινίας-)
    • δίκοπο μαχαίρι το κλείσιμο των σχολείων λόγω της νέας γρίπης

Ετυμολογία

δίκοπος < δί- + -κοπος.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδίκοποςδίκοπηδίκοπο
Γενικήδίκοπουδίκοπηςδίκοπου
Αιτιατικήδίκοποδίκοπηδίκοπο
Κλητικήδίκοπεδίκοπηδίκοπο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδίκοποιδίκοπεςδίκοπα
Γενικήδίκοπωνδίκοπωνδίκοπων
Αιτιατικήδίκοπουςδίκοπεςδίκοπα
Κλητικήδίκοποιδίκοπεςδίκοπα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →