δίκοπος
•
- που έχει δύο κόψεις Βικιλεξικό
- ≤ συνυπώνυμα: μονόκοπος
- μεταφορικάπου έχει τόσο θετικές όσο και αρνητικές πλευρές Βικιλεξικό
- αγάπη που 'γινες δίκοπο μαχαίρι (τίτλος τραγουδιού σε ταινία, στίχοι: Μιχάλης Κακογιάννης -και σκηνοθέτης της ομώνυμης ταινίας-)
- δίκοπο μαχαίρι το κλείσιμο των σχολείων λόγω της νέας γρίπης
Ετυμολογία
δίκοπος < δί- + -κοπος.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δίκοπος | δίκοπη | δίκοπο |
| Γενική | δίκοπου | δίκοπης | δίκοπου |
| Αιτιατική | δίκοπο | δίκοπη | δίκοπο |
| Κλητική | δίκοπε | δίκοπη | δίκοπο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δίκοποι | δίκοπες | δίκοπα |
| Γενική | δίκοπων | δίκοπων | δίκοπων |
| Αιτιατική | δίκοπους | δίκοπες | δίκοπα |
| Κλητική | δίκοποι | δίκοπες | δίκοπα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →