δίκοχο
•
- στρατιωτικός όροςκαπέλο στρατιωτικού χωρίς γείσο, με μυτερές προεξοχές Βικιλεξικό
- στρατιωτικός όροςτυρόπιτα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δίκοχο < δι- + κόχη + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δίκοχο | δίκοχα |
| Γενική | δίκοχου | δίκοχων |
| Αιτιατική | δίκοχο | δίκοχα |
| Κλητική | δίκοχο | δίκοχα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →