δίκωπος
•
- ναυπηγικήπου έχει δύο κουπιά Βικιλεξικό
- αθλητισμόςσκάφος για δύο κωπηλάτες, για αγώνα κωπηλασίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δίκωπος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δίκωπος < (δίς) δί- + κώπ(η) + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δίκωπος | δίκωπος | δίκωπος |
| Γενική | δικώπου | δικώπου | δικώπου |
| Αιτιατική | δίκωπο | δίκωπο | δίκωπο |
| Κλητική | δίκωπε | δίκωπε | δίκωπε |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δίκωποι | δίκωποι | δίκωποι |
| Γενική | δικώπων | δικώπων | δικώπων |
| Αιτιατική | δικώπους | δικώπους | δικώπους |
| Κλητική | δίκωποι | δίκωποι | δίκωποι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →