δίλεφτος
•
- λαϊκότροποάλλη γραφή του δίλεπτος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δίλεφτος < δίλεπτος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δίλεφτος | δίλεφτη | δίλεφτο |
| Γενική | δίλεφτου | δίλεφτης | δίλεφτου |
| Αιτιατική | δίλεφτο | δίλεφτη | δίλεφτο |
| Κλητική | δίλεφτε | δίλεφτη | δίλεφτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δίλεφτοι | δίλεφτες | δίλεφτα |
| Γενική | δίλεφτων | δίλεφτων | δίλεφτων |
| Αιτιατική | δίλεφτους | δίλεφτες | δίλεφτα |
| Κλητική | δίλεφτοι | δίλεφτες | δίλεφτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →