δίνω αέρα
•
- μεταφορικάκάνω κάτι πιο φαρδύ, πιο άνετο Βικιλεξικό
- παραδίνω θάρρος, κάνοντας κάποιον να αποθρασυνθεί Βικιλεξικό
- Μην του δίνεις και πολύ αέρα! Είναι θρασύς τύπος.
Ετυμολογία
δίνω αέρα < → δείτε τις λέξεις δίνω και αέρα, αιτιατική ενικού του αέρας (στη σημασία: άνεση)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →