δίνω τα χέρια
•
- κυριολεκτικάκάνω χειραψία με κάποιον Βικιλεξικό
- μεταφορικάσυμφιλιώνομαι με κάποιον, συνάπτω συμφωνία με κάποιον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δίνω τα χέρια < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δίδω τὰ χέρια, → δείτε τις λέξεις δίνω, τα, χέρια και χέρι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →