δίοικος
•
- βοτανικήπου έχει αρσενικά και θηλυκά λουλούδια σε διαφορετικά φυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δίοικος < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δίοικος | δίοικη | δίοικο |
| Γενική | δίοικου | δίοικης | δίοικου |
| Αιτιατική | δίοικο | δίοικη | δίοικο |
| Κλητική | δίοικε | δίοικη | δίοικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δίοικοι | δίοικες | δίοικα |
| Γενική | δίοικων | δίοικων | δίοικων |
| Αιτιατική | δίοικους | δίοικες | δίοικα |
| Κλητική | δίοικοι | δίοικες | δίοικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →