δίοπος
•
- στρατιωτικός βαθμόςο κατώτερος βαθμός στο πολεμικό ναυτικό αντίστοιχος του δεκανέα στο στρατό ξηράς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δίοπος < αρχαία ελληνική δίοπος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δίοπος | δίοποι |
| Γενική | δίοπου / διόπου | δίοπων / διόπων |
| Αιτιατική | δίοπο | δίοπους / διόπους |
| Κλητική | δίοπε | δίοποι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →