δίποντο
•
- αθλητισμόςη επιτυχής προσπάθεια επίτευξης καλαθιού στο άθλημα της καλαθοσφαίρισης η οποία πραγματοποιείται από την περιοχή εντός της οριοθετημένης γραμμής των 6,75 μέτρων και συνεπάγεται την προσθήκη δύο μονάδων στον συνολικό λογαριασμό / σκορ της ομάδας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δίποντο < δι- + πόντος + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δίποντο | δίποντα |
| Γενική | δίποντου | δίποντων |
| Αιτιατική | δίποντο | δίποντα |
| Κλητική | δίποντο | δίποντα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →