δίσεκτος
•
- για έτοςπου έχει μία επιπλέον εμβόλιμη ημέρα και αποτελείται από 366 ημέρες συνολικά Βικιλεξικό
- μεταφορικάγρουσούζικος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δίσεκτος < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική δίσεκτος < (δίς) δίσ- + ἕκτος < (μεταφραστικό δάνειο) υστερολατινική bisextus < bis + sextus, επειδή επαναλαμβανόταν δύο φορές η έκτη ημέρα πριν τις καλένδες του Μαρτίου. Η μεταφορική έννοια πιθανά προέρχεται από το γεγονός ότι ο Φεβρουάριος ήταν ο μήνας των καθαρμών
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δίσεκτος | δίσεκτη | δίσεκτο |
| Γενική | δίσεκτου | δίσεκτης | δίσεκτου |
| Αιτιατική | δίσεκτο | δίσεκτη | δίσεκτο |
| Κλητική | δίσεκτε | δίσεκτη | δίσεκτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δίσεκτοι | δίσεκτες | δίσεκτα |
| Γενική | δίσεκτων | δίσεκτων | δίσεκτων |
| Αιτιατική | δίσεκτους | δίσεκτες | δίσεκτα |
| Κλητική | δίσεκτοι | δίσεκτες | δίσεκτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →