δίστιγμο
•
- διακριτικό σημάδιη άνω και κάτω τελεία Βικιλεξικό
- τυπογραφίαδιάστημα πάχους δύο κενών ή στιγμών ανάμεσα σε δύο λέξεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δίστιγμο < (δις) δί- + στιγμ(ή) + -ο
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →