δίστιχο
•
- λογοτεχνίαδύο συνεχόμενοι στίχοι ενός ποιήματος Βικιλεξικό
- λογοτεχνίαστροφή ενός ποιήματος αποτελούμενη από δύο στίχους Βικιλεξικό
- λογοτεχνίαστιχούργημα από δύο στίχους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δίστιχο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου δίστιχος < δί- + στίχ(ος) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δίστιχο | δίστιχα |
| Γενική | δίστιχου / διστίχου | δίστιχων / διστίχων |
| Αιτιατική | δίστιχο | δίστιχα |
| Κλητική | δίστιχο | δίστιχα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →