δίτομος
•
- που αποτελείται από δύο τόμους Βικιλεξικό
- δίτομο λεξικό, δίτομη εγκυκλοπαίδεια
Ετυμολογία
δίτομος < (δις) δί- + -τομος (τόμος)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δίτομος | δίτομη | δίτομο |
| Γενική | δίτομου | δίτομης | δίτομου |
| Αιτιατική | δίτομο | δίτομη | δίτομο |
| Κλητική | δίτομε | δίτομη | δίτομο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δίτομοι | δίτομες | δίτομα |
| Γενική | δίτομων | δίτομων | δίτομων |
| Αιτιατική | δίτομους | δίτομες | δίτομα |
| Κλητική | δίτομοι | δίτομες | δίτομα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →