δίτροχος
•
- που έχει δύο τροχούς, που κινείται σε δύο τροχούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δίτροχος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή δίτροχος < (δίς) δί- + αρχαία ελληνική τροχός < τρέχω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dʰregʰ-
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δίτροχος | δίτροχη | δίτροχο |
| Γενική | δίτροχου | δίτροχης | δίτροχου |
| Αιτιατική | δίτροχο | δίτροχη | δίτροχο |
| Κλητική | δίτροχε | δίτροχη | δίτροχο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δίτροχοι | δίτροχες | δίτροχα |
| Γενική | δίτροχων | δίτροχων | δίτροχων |
| Αιτιατική | δίτροχους | δίτροχες | δίτροχα |
| Κλητική | δίτροχοι | δίτροχες | δίτροχα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →