Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δίφατσος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λαϊκότροποπου έχει δύο φάτσες, δύο προσόψεις, «βλέπει» σε δύο δρόμους (για οικόπεδο) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δίφατσος < δι- + φάτσα + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδίφατσοςδίφατσηδίφατσο
Γενικήδίφατσουδίφατσηςδίφατσου
Αιτιατικήδίφατσοδίφατσηδίφατσο
Κλητικήδίφατσεδίφατσηδίφατσο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδίφατσοιδίφατσεςδίφατσα
Γενικήδίφατσωνδίφατσωνδίφατσων
Αιτιατικήδίφατσουςδίφατσεςδίφατσα
Κλητικήδίφατσοιδίφατσεςδίφατσα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →