Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δίφθογγος

/ˈði.fθoŋ.ɡos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. γραμματικήδύο φωνήεντα που προφέρονται μαζί σε μια συλλαβή Βικιλεξικό
    • Πάνω στο φωνήεν που προκύπτει από την κράση γράφεται ένα σημάδι που είναι όμοιο με την ψιλή και λέγεται κορωνίδα (βλ. § 49, 4): καὶ ἐγώ - κἀγώ· αν από την κράση προκύπτει κύριος δίφθογγος, η κορωνίδα σημειώνεται στο δεύτερο φωνήεν του διφθόγγου: τὰ αὐτά - ταὐτά. (Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Γυμνασίου - Λυκείου), 3ο Κεφάλαιο: Τόνοι, Πνεύματα, Στίξη. Δεύτερο Μέρος - Τυπολογικό, κεφάλαιο: Φθογγικά πάθη, Διαδραστικά Σχολικά Βιβλία, ebooks.edu.gr https://ebooks.edu.gr/ebooks/v/html/8547/2340/Grammatiki-Archaias-Ellinikis_Gymnasiou-Lykeiou_html-apli/index_01_04.html)
    • Στις λέξεις κορόιδο και αηδόνι, τα φωνήεντα ⟨όι⟩ και ⟨αη⟩ προφέρονται ως δίφθογγοι [ˈoi̯] και [ai̯].

Ετυμολογία

δίφθογγος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή δίφθογγος. Συγχρονικά αναλύεται σε (δις) δί- + φθόγγος.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδίφθογγοςδίφθογγοι
Γενικήδίφθογγουδίφθογγων
Αιτιατικήδίφθογγοδίφθογγους
Κλητικήδίφθογγεδίφθογγοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →