δίφορος
•
- γεωπονίαπου καρποφορεί δύο φορές σ’ ένα έτος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δίφορος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δίφορος < (δίς) δί- + -φορος (φέρω)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δίφορος | δίφορη | δίφορο |
| Γενική | δίφορου | δίφορης | δίφορου |
| Αιτιατική | δίφορο | δίφορη | δίφορο |
| Κλητική | δίφορε | δίφορη | δίφορο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δίφοροι | δίφορες | δίφορα |
| Γενική | δίφορων | δίφορων | δίφορων |
| Αιτιατική | δίφορους | δίφορες | δίφορα |
| Κλητική | δίφοροι | δίφορες | δίφορα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →