δίφρος
•
- σκαμνάκι με τέσσερα ορθογώνια πόδια χωρίς πλάτη Βικιλεξικό
- ο δίφρος θεωρούνταν από τους αρχαίους Έλληνες το απλούστερο και ευτελέστερο μεταξύ των καθισμάτων έπιπλο
- δίφρος οκλαδίας: σκαμνάκι αναδιπλούμενο. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δίφρος < αρχαία ελληνική δίφρος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δίφρος | δίφροι |
| Γενική | δίφρου | δίφρων |
| Αιτιατική | δίφρο | δίφρους |
| Κλητική | δίφρε | δίφροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →