δίχαλο
•
- οποιοδήποτε εργαλείο ή εξάρτημα μηχανισμού που απολήγει σε δύο διακριτά σκέλη —συνήθως σε σχήμα V— και χρησιμεύει στη σύζευξη μερών, στην απαγωγή αερίων, στην καλλιέργεια του εδάφους κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δίχαλο < μεσαιωνική ελληνική δίχαλον < αρχαία ελληνική δίχαλος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δίχαλο | δίχαλα |
| Γενική | δίχαλου / διχάλου | δίχαλων / διχάλων |
| Αιτιατική | δίχαλο | δίχαλα |
| Κλητική | δίχαλο | δίχαλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →