Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δίχαλο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. οποιοδήποτε εργαλείο ή εξάρτημα μηχανισμού που απολήγει σε δύο διακριτά σκέλη —συνήθως σε σχήμα V— και χρησιμεύει στη σύζευξη μερών, στην απαγωγή αερίων, στην καλλιέργεια του εδάφους κ.λπ. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δίχαλο < μεσαιωνική ελληνική δίχαλον < αρχαία ελληνική δίχαλος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδίχαλοδίχαλα
Γενικήδίχαλου / διχάλουδίχαλων / διχάλων
Αιτιατικήδίχαλοδίχαλα
Κλητικήδίχαλοδίχαλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →