Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δίχειλος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. βοτανικήπου τα άνθη του είναι χωρισμένα σε δύο τμήματα, όμοια με χείλη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δίχειλος < δι- + χείλος (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική bilabié)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδίχειλοςδίχειληδίχειλο
Γενικήδίχειλουδίχειληςδίχειλου
Αιτιατικήδίχειλοδίχειληδίχειλο
Κλητικήδίχειλεδίχειληδίχειλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδίχειλοιδίχειλεςδίχειλα
Γενικήδίχειλωνδίχειλωνδίχειλων
Αιτιατικήδίχειλουςδίχειλεςδίχειλα
Κλητικήδίχειλοιδίχειλεςδίχειλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →