δίχειλος
•
- βοτανικήπου τα άνθη του είναι χωρισμένα σε δύο τμήματα, όμοια με χείλη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δίχειλος < δι- + χείλος (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική bilabié)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δίχειλος | δίχειλη | δίχειλο |
| Γενική | δίχειλου | δίχειλης | δίχειλου |
| Αιτιατική | δίχειλο | δίχειλη | δίχειλο |
| Κλητική | δίχειλε | δίχειλη | δίχειλο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δίχειλοι | δίχειλες | δίχειλα |
| Γενική | δίχειλων | δίχειλων | δίχειλων |
| Αιτιατική | δίχειλους | δίχειλες | δίχειλα |
| Κλητική | δίχειλοι | δίχειλες | δίχειλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →