Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δίχορδος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. μουσικήπου παράγει τον ήχο του μέσω δύο διακριτών χορδών, οι οποίες μπορούν να κουρδίζονται και να χρησιμοποιούνται ανεξάρτητα ή σε συνδυασμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δίχορδος < ελληνιστική κοινή δίχορδος < αρχαία ελληνική δι- + χορδή

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδίχορδοςδίχορδηδίχορδο
Γενικήδίχορδουδίχορδηςδίχορδου
Αιτιατικήδίχορδοδίχορδηδίχορδο
Κλητικήδίχορδεδίχορδηδίχορδο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδίχορδοιδίχορδεςδίχορδα
Γενικήδίχορδωνδίχορδωνδίχορδων
Αιτιατικήδίχορδουςδίχορδεςδίχορδα
Κλητικήδίχορδοιδίχορδεςδίχορδα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →