Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δίχωρος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει δύο χώρους, που διαιρείται σε δύο τμήματα Βικιλεξικό
    • Οι δίχωρες κατοικίες και τα μονόχωρα στούντιο διαθέτουν όλες τις ανέσεις για την ευχάριστη διαμονή σας, καθώς και πλήρη εξοπλισμένη κουζίνα με μεγάλο ψυγείο. (*)

Ετυμολογία

δίχωρος < δι- + χώρος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδίχωροςδίχωρηδίχωρο
Γενικήδίχωρουδίχωρηςδίχωρου
Αιτιατικήδίχωροδίχωρηδίχωρο
Κλητικήδίχωρεδίχωρηδίχωρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδίχωροιδίχωρεςδίχωρα
Γενικήδίχωρωνδίχωρωνδίχωρων
Αιτιατικήδίχωρουςδίχωρεςδίχωρα
Κλητικήδίχωροιδίχωρεςδίχωρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →