δίχωρος
•
- που έχει δύο χώρους, που διαιρείται σε δύο τμήματα Βικιλεξικό
- Οι δίχωρες κατοικίες και τα μονόχωρα στούντιο διαθέτουν όλες τις ανέσεις για την ευχάριστη διαμονή σας, καθώς και πλήρη εξοπλισμένη κουζίνα με μεγάλο ψυγείο. (*)
Ετυμολογία
δίχωρος < δι- + χώρος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δίχωρος | δίχωρη | δίχωρο |
| Γενική | δίχωρου | δίχωρης | δίχωρου |
| Αιτιατική | δίχωρο | δίχωρη | δίχωρο |
| Κλητική | δίχωρε | δίχωρη | δίχωρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δίχωροι | δίχωρες | δίχωρα |
| Γενική | δίχωρων | δίχωρων | δίχωρων |
| Αιτιατική | δίχωρους | δίχωρες | δίχωρα |
| Κλητική | δίχωροι | δίχωρες | δίχωρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →