δαγκώνω
•
- ενώνω τις σιαγόνες μου και σφίγγω κάτι ανάμεσα στα δόντια μου για να το κόψω ή να το κρατήσω σφιχτά. Λέγεται για τροφή αλλά και για οποιοδήποτε αντικείμενο, καθώς και για επιθετική ενέργεια Βικιλεξικό
- ο Αδάμ δάγκωσε το μήλο
- δάγκωνε τα χείλη της από θυμό
- πραγματική είδηση είναι το να δαγκώσει ένας άνθρωπος ένα σκύλο
Ετυμολογία
δαγκώνω < δαγκάνω < αρχαία ελληνική δάκνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δαγκώνω | δαγκώνεις | δαγκώνει | δαγκώνουμε | δαγκώνετε | δαγκώνουν / δαγκώνουνε |
| Παρατατικός | δάγκωνα | δάγκωνες | δάγκωνε | δαγκώναμε | δαγκώνατε | δάγκωναν / δαγκώναν / δαγκώνανε |
| Αόριστος | δάγκωσα | δάγκωσες | δάγκωσε | δαγκώσαμε | δαγκώσατε | δάγκωσαν / δαγκώσαν / δαγκώσανε |
| Μέλλοντας | θα δαγκώνω / θα δαγκώσω | θα δαγκώνεις / θα δαγκώσεις | θα δαγκώνει / θα δαγκώσει | θα δαγκώνουμε / θα δαγκώσουμε | θα δαγκώνετε / θα δαγκώσετε | θα δαγκώνουν / θα δαγκώνουνε / θα δαγκώσουν / θα δαγκώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω δαγκώσει | έχεις δαγκώσει | έχει δαγκώσει | έχουμε δαγκώσει | έχετε δαγκώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δαγκώσει | είχες δαγκώσει | είχε δαγκώσει | είχαμε δαγκώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δαγκώσει / να δαγκώνω / να δαγκώσω | να έχεις δαγκώσει / να δαγκώνεις / να δαγκώσεις | να έχει δαγκώσει / να δαγκώνει / να δαγκώσει | να έχουμε δαγκώσει / να δαγκώνουμε / να δαγκώσουμε | να έχετε δαγκώσει / να δαγκώνετε / να δαγκώσετε | να δαγκώνουν / να δαγκώνουνε / να δαγκώσουν / να δαγκώσουνε |
| Προστακτική | — | δάγκωνε / δάγκωσε | — | — | δαγκώνετε / δαγκώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →