Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δαιμονολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη δαιμονολογία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δαιμονολογικός < δαιμονολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδαιμονολογικόςδαιμονολογικήδαιμονολογικό
Γενικήδαιμονολογικούδαιμονολογικήςδαιμονολογικού
Αιτιατικήδαιμονολογικόδαιμονολογικήδαιμονολογικό
Κλητικήδαιμονολογικέδαιμονολογικήδαιμονολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδαιμονολογικοίδαιμονολογικέςδαιμονολογικά
Γενικήδαιμονολογικώνδαιμονολογικώνδαιμονολογικών
Αιτιατικήδαιμονολογικούςδαιμονολογικέςδαιμονολογικά
Κλητικήδαιμονολογικοίδαιμονολογικέςδαιμονολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →