δακρύβρεχτος
•
- βρεγμένος από δάκρυα Βικιλεξικό
- ειρωνικόπου υπερβάλλει τα συναισθήματα και τα λόγια του προσπαθώντας να συγκινήσει τους άλλους για να πετύχει κάποιο σκοπό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δακρύβρεχτος < δάκρυ + βρεκ- (< βρέχω) με ανομοίωση του τρόπου άρθρωσης [kt] > [xt] + -τός, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική mouillé de larmes (mouillé βρεγμένος με larmes δάκρυα)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δακρύβρεχτος | δακρύβρεχτη | δακρύβρεχτο |
| Γενική | δακρύβρεχτου | δακρύβρεχτης | δακρύβρεχτου |
| Αιτιατική | δακρύβρεχτο | δακρύβρεχτη | δακρύβρεχτο |
| Κλητική | δακρύβρεχτε | δακρύβρεχτη | δακρύβρεχτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δακρύβρεχτοι | δακρύβρεχτες | δακρύβρεχτα |
| Γενική | δακρύβρεχτων | δακρύβρεχτων | δακρύβρεχτων |
| Αιτιατική | δακρύβρεχτους | δακρύβρεχτες | δακρύβρεχτα |
| Κλητική | δακρύβρεχτοι | δακρύβρεχτες | δακρύβρεχτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →