Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δακρύβρεχτος

/ðaˈkɾi.vɾe.xtos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. βρεγμένος από δάκρυα Βικιλεξικό
  2. ειρωνικόπου υπερβάλλει τα συναισθήματα και τα λόγια του προσπαθώντας να συγκινήσει τους άλλους για να πετύχει κάποιο σκοπό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δακρύβρεχτος < δάκρυ + βρεκ- (< βρέχω) με ανομοίωση του τρόπου άρθρωσης [kt] > [xt] + -τός, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική mouillé de larmes (mouillé βρεγμένος με larmes δάκρυα)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδακρύβρεχτοςδακρύβρεχτηδακρύβρεχτο
Γενικήδακρύβρεχτουδακρύβρεχτηςδακρύβρεχτου
Αιτιατικήδακρύβρεχτοδακρύβρεχτηδακρύβρεχτο
Κλητικήδακρύβρεχτεδακρύβρεχτηδακρύβρεχτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδακρύβρεχτοιδακρύβρεχτεςδακρύβρεχτα
Γενικήδακρύβρεχτωνδακρύβρεχτωνδακρύβρεχτων
Αιτιατικήδακρύβρεχτουςδακρύβρεχτεςδακρύβρεχτα
Κλητικήδακρύβρεχτοιδακρύβρεχτεςδακρύβρεχτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →