δακτυλικός
•
- σχετικός με το δάχτυλο Βικιλεξικό
- δακτυλικά αποτυπώματα
- που γίνεται με το δάχτυλο Βικιλεξικό
- ο καρκίνος του προστάτη διαγιγνώσκεται με δακτυλική εξέταση
- για το ποιητικό μέτρο που αποτελείται από δακτύλους Βικιλεξικό
- τα ομηρικά έπη είναι γραμμένα σε δακτυλικό εξάμετρο
Ετυμολογία
δακτυλικός < δάκτυλος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δακτυλικός | δακτυλική | δακτυλικό |
| Γενική | δακτυλικού | δακτυλικής | δακτυλικού |
| Αιτιατική | δακτυλικό | δακτυλική | δακτυλικό |
| Κλητική | δακτυλικέ | δακτυλική | δακτυλικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δακτυλικοί | δακτυλικές | δακτυλικά |
| Γενική | δακτυλικών | δακτυλικών | δακτυλικών |
| Αιτιατική | δακτυλικούς | δακτυλικές | δακτυλικά |
| Κλητική | δακτυλικοί | δακτυλικές | δακτυλικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →