δακτυλιώνω
•
- ορνιθολογίαεφαρμόζω δακτυλίωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δακτυλιώνω < δακτύλιος + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δακτυλιώνω | δακτυλιώνεις | δακτυλιώνει | δακτυλιώνουμε | δακτυλιώνετε | δακτυλιώνουν / δακτυλιώνουνε |
| Παρατατικός | δακτυλίωνα | δακτυλίωνες | δακτυλίωνε | δακτυλιώναμε | δακτυλιώνατε | δακτυλίωναν / δακτυλιώναν / δακτυλιώνανε |
| Αόριστος | δακτυλίωσα | δακτυλίωσες | δακτυλίωσε | δακτυλιώσαμε | δακτυλιώσατε | δακτυλίωσαν / δακτυλιώσαν / δακτυλιώσανε |
| Μέλλοντας | θα δακτυλιώνω / θα δακτυλιώσω | θα δακτυλιώνεις / θα δακτυλιώσεις | θα δακτυλιώνει / θα δακτυλιώσει | θα δακτυλιώνουμε / θα δακτυλιώσουμε | θα δακτυλιώνετε / θα δακτυλιώσετε | θα δακτυλιώνουν / θα δακτυλιώνουνε / θα δακτυλιώσουν / θα δακτυλιώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω δακτυλιώσει | έχεις δακτυλιώσει | έχει δακτυλιώσει | έχουμε δακτυλιώσει | έχετε δακτυλιώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δακτυλιώσει | είχες δακτυλιώσει | είχε δακτυλιώσει | είχαμε δακτυλιώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δακτυλιώσει / να δακτυλιώνω / να δακτυλιώσω | να έχεις δακτυλιώσει / να δακτυλιώνεις / να δακτυλιώσεις | να έχει δακτυλιώσει / να δακτυλιώνει / να δακτυλιώσει | να έχουμε δακτυλιώσει / να δακτυλιώνουμε / να δακτυλιώσουμε | να έχετε δακτυλιώσει / να δακτυλιώνετε / να δακτυλιώσετε | να δακτυλιώνουν / να δακτυλιώνουνε / να δακτυλιώσουν / να δακτυλιώσουνε |
| Προστακτική | — | δακτυλίωνε / δακτυλίωσε | — | — | δακτυλιώνετε / δακτυλιώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →