Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δακτυλοδεικτούμενος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σπάνιοπου τον δείχνουν με το δάκτυλο Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπου δηλώνει πρόσωπο, πράγμα ή περίπτωση τα οποία γίνονται αντικείμενο δημόσιας επισήμανσης —συνήθως επικριτικής— και προβάλλονται ως χαρακτηριστικό παράδειγμα προς αποφυγή, σπανιότερα προς μίμηση Βικιλεξικό
    • Ἡ πρώτη γεύση μισελληνισμοῦ καὶ χλεύης γιὰ τὸν Ἕλληνα τῆς διασπορᾶς. Ὑπόδουλος στὴν πατρίδα του, ὑπόδουλος καὶ δακτυλοδεικτούμενος ὡς μετανάστης. Περιπαίζεται ἀπό τούς Λατίνους συγγραφεῖς ὁ Ἕλληνας μέτοικος καί καθυβρίζεται. Ἐνοχλεῖ τή ρωμαϊκή κοινωνία.
    • Η Ελλάδα επιστρέφει στην πρώτη γραμμή της Ευρώπης, όχι ως δακτυλοδεικτούμενη εξαίρεση, αλλά ως μια χώρα στην πρωτοπορία των εξελίξεων.

Ετυμολογία

δακτυλοδεικτούμενος < ελληνιστική κοινή δακτυλοδεικτούμενος < δακτυλοδεικτέομαι / δακτυλοδεικτοῦμαι < αρχαία ελληνική δακτυλοδεικτέω / δακτυλοδεικτῶ < δακτυλόδεικτος < δάκτυλος + δείκνυμι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδακτυλοδεικτούμενοςδακτυλοδεικτούμενηδακτυλοδεικτούμενο
Γενικήδακτυλοδεικτούμενουδακτυλοδεικτούμενηςδακτυλοδεικτούμενου
Αιτιατικήδακτυλοδεικτούμενοδακτυλοδεικτούμενηδακτυλοδεικτούμενο
Κλητικήδακτυλοδεικτούμενεδακτυλοδεικτούμενηδακτυλοδεικτούμενο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδακτυλοδεικτούμενοιδακτυλοδεικτούμενεςδακτυλοδεικτούμενα
Γενικήδακτυλοδεικτούμενωνδακτυλοδεικτούμενωνδακτυλοδεικτούμενων
Αιτιατικήδακτυλοδεικτούμενουςδακτυλοδεικτούμενεςδακτυλοδεικτούμενα
Κλητικήδακτυλοδεικτούμενοιδακτυλοδεικτούμενεςδακτυλοδεικτούμενα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →