δακτυλοσκοπικός
•
- που έχει σχέση με τη δακτυλοσκοπία / δακτυλοσκόπηση ή αναφέρεται σʼ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δακτυλοσκοπικός < δακτυλοσκοπία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δακτυλοσκοπικός | δακτυλοσκοπική | δακτυλοσκοπικό |
| Γενική | δακτυλοσκοπικού | δακτυλοσκοπικής | δακτυλοσκοπικού |
| Αιτιατική | δακτυλοσκοπικό | δακτυλοσκοπική | δακτυλοσκοπικό |
| Κλητική | δακτυλοσκοπικέ | δακτυλοσκοπική | δακτυλοσκοπικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δακτυλοσκοπικοί | δακτυλοσκοπικές | δακτυλοσκοπικά |
| Γενική | δακτυλοσκοπικών | δακτυλοσκοπικών | δακτυλοσκοπικών |
| Αιτιατική | δακτυλοσκοπικούς | δακτυλοσκοπικές | δακτυλοσκοπικά |
| Κλητική | δακτυλοσκοπικοί | δακτυλοσκοπικές | δακτυλοσκοπικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →