Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δακτυλοσκοπικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη δακτυλοσκοπία / δακτυλοσκόπηση ή αναφέρεται σʼ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δακτυλοσκοπικός < δακτυλοσκοπία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδακτυλοσκοπικόςδακτυλοσκοπικήδακτυλοσκοπικό
Γενικήδακτυλοσκοπικούδακτυλοσκοπικήςδακτυλοσκοπικού
Αιτιατικήδακτυλοσκοπικόδακτυλοσκοπικήδακτυλοσκοπικό
Κλητικήδακτυλοσκοπικέδακτυλοσκοπικήδακτυλοσκοπικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδακτυλοσκοπικοίδακτυλοσκοπικέςδακτυλοσκοπικά
Γενικήδακτυλοσκοπικώνδακτυλοσκοπικώνδακτυλοσκοπικών
Αιτιατικήδακτυλοσκοπικούςδακτυλοσκοπικέςδακτυλοσκοπικά
Κλητικήδακτυλοσκοπικοίδακτυλοσκοπικέςδακτυλοσκοπικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →