Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δαμασκί

/ða.maˈsci/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. οπλισμόςτο δαμασκηνό σπαθί (εργαλείο ή όπλο (μαχαίρι, σπαθί κ.ά.) φτιαγμένο από χάλυβα της Δαμασκού, διακοσμημένο με δαμασκήνωση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δαμασκί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δαμασκί < Δαμασκός < βορειοδυτική σημιτική דמשק

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδαμασκίδαμασκιά
Γενικήδαμασκιούδαμασκιών
Αιτιατικήδαμασκίδαμασκιά
Κλητικήδαμασκίδαμασκιά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

δαμασκί

/ða.maˈsci/επίθετο
•
  1. άκλιτος τύπος του δαμασκής για όλα τα γένη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δαμασκί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δαμασκί < Δαμασκός < βορειοδυτική σημιτική דמשק

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →