δαμασκί
•
- οπλισμόςτο δαμασκηνό σπαθί (εργαλείο ή όπλο (μαχαίρι, σπαθί κ.ά.) φτιαγμένο από χάλυβα της Δαμασκού, διακοσμημένο με δαμασκήνωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δαμασκί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δαμασκί < Δαμασκός < βορειοδυτική σημιτική דמשק
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δαμασκί | δαμασκιά |
| Γενική | δαμασκιού | δαμασκιών |
| Αιτιατική | δαμασκί | δαμασκιά |
| Κλητική | δαμασκί | δαμασκιά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →