δανδισμός
•
- η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του δανδή, όρος που χρησιμοποιείται για να δηλώσει την συμπεριφορά ατόμου με επιτηδευμένο ντύσιμο και προσποιητούς αριστοκρατικούς τρόπους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δανδισμός < → λείπει η ετυμολογία Μορφολογικά αναλύεται σε δανδ(ής) + -ισμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δανδισμός | δανδισμοί |
| Γενική | δανδισμού | δανδισμών |
| Αιτιατική | δανδισμό | δανδισμούς |
| Κλητική | δανδισμέ | δανδισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →