δανείζομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος δανείζω Βικιλεξικό
- + αιτιατική + απόπαίρνω ή δέχομαι ένα δάνειο Βικιλεξικό
- Μετέβη μετὰ τοῦ πράκτορος εἰς συμβολαιογραφεῖον καὶ συνέταξαν συμβόλαιον, δι’ οὗ ὡμολόγει, ὅτι ἐδανείσθη δραχμὰς ἑκατόν, μετὰ τόκου δραχμῶν δεκαπέντα κατὰ μῆνα, ἀντὶ νὰ γραφῇ κατ’ ἔτος ὡς ἐξηγήθησαν.
- + αιτιατική + απόπαίρνω ή δέχομαι ένα δάνειο Βικιλεξικό
- Η παράδοση σύμφωνα με την οποία ο Αϊ-Βασίλης περνά μέσα από καμινάδες για να δώσει δώρα στα παιδιά προέρχεται από το ποίημα του Κλέμεντ Μούρ «Μια επίσκεψη του Αγίου Νικόλα», όπου δανείστηκε την ιδέα της καμινάδας, μαζί με την ιδέα του έλκηθρου και των οκτώ ελαφιών που το σέρνουν, από ένα φινλανδικό παραμύθι.'
- + αιτιατική + απόπαίρνω ή δέχομαι ένα δάνειο Βικιλεξικό
- Ἡ Ἀραβικὴ, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἡ Τουρκικὴ καὶ ἡ Περσικὴ ἐδανείσθησαν πολλὰ, ἐπικρατεῖ εἰς μέγα μέρος τῆς Ἀσίας καὶ τῆς Ἀφρικῆς· αὕτη δὲ ἡ γλῶσσα καὶ ἡ Ἑβραϊκὴ, ἡ Συριακὴ, ἡ Φοινικικὴ, καὶ ἡ Χαλδαϊκὴ ὡσαύτως, κατάγονται ἀπὸ μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ἀρχήν.
- Η νέα ελληνική γλώσσα δανείστηκε πολλές σημασίες από την γαλλική. Δανείστηκε ακόμα και την σημασία της λέξης «δανείζομαι».
- Οι Ρωμαίοι δανείστηκαν πολλές λέξεις από την ελληνιστική κοινή π.χ. basilica.
- αποτελώ αντικείμενο δανεισμού, με δανείζουν Βικιλεξικό
- Ένα βιβλίο που δανείστηκε το 1943 επέστρεψε στη Δημόσια Βιβλιοθήκη του Σαν Αντόνιο... 82 χρόνια αργότερα!
Ετυμολογία
δανείζομαι < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα δανείζομαι < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική emprunter → και δείτε δανείζω.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δανείζομαι | δανείζεσαι | δανείζεται | δανειζόμαστε | δανείζεστε | δανείζονται |
| Παρατατικός | δανειζόμουν / δανειζόμουνα | δανειζόσουν / δανειζόσουνα | δανειζόταν / δανειζότανε | δανειζόμασταν / δανειζόμαστε | δανειζόσασταν / δανειζόσαστε | δανείζονταν / δανειζόντουσαν |
| Αόριστος | δανείστηκα | δανείστηκες | δανείστηκε | δανειστήκαμε | δανειστήκατε | δανείστηκαν / δανειστήκαν / δανειστήκανε |
| Μέλλοντας | θα δανείζομαι / θα δανειστώ | θα δανείζεσαι / θα δανειστείς | θα δανείζεται / θα δανειστεί | θα δανειζόμαστε / θα δανειστούμε | θα δανείζεστε / θα δανειστείτε | θα δανείζονται / θα δανειστούν / θα δανειστούνε |
| Παρακείμενος | έχω δανειστεί | έχεις δανειστεί | έχει δανειστεί | έχουμε δανειστεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δανειστεί | είχες δανειστεί | είχε δανειστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δανειστεί / να δανείζομαι / να δανειστώ | να έχεις δανειστεί / να δανείζεσαι / να δανειστείς | να έχει δανειστεί / να δανείζεται / να δανειστεί | να έχουμε δανειστεί / να δανειζόμαστε / να δανειστούμε | να δανείζεστε / να δανειστείτε | να δανείζονται / να δανειστούν / να δανειστούνε |
| Προστακτική | — | δανείσου | — | — | δανείζεστε / δανειστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →