Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δανείζομαι

/ðaˈni.zo.me/ρήμα
•
  1. παθητική φωνή του ρήματος δανείζω Βικιλεξικό
  2. + αιτιατική + απόπαίρνω ή δέχομαι ένα δάνειο Βικιλεξικό
    • Μετέβη μετὰ τοῦ πράκτορος εἰς συμβολαιογραφεῖον καὶ συνέταξαν συμβόλαιον, δι’ οὗ ὡμολόγει, ὅτι ἐδανείσθη δραχμὰς ἑκατόν, μετὰ τόκου δραχμῶν δεκαπέντα κατὰ μῆνα, ἀντὶ νὰ γραφῇ κατ’ ἔτος ὡς ἐξηγήθησαν.
  3. + αιτιατική + απόπαίρνω ή δέχομαι ένα δάνειο Βικιλεξικό
    • Η παράδοση σύμφωνα με την οποία ο Αϊ-Βασίλης περνά μέσα από καμινάδες για να δώσει δώρα στα παιδιά προέρχεται από το ποίημα του Κλέμεντ Μούρ «Μια επίσκεψη του Αγίου Νικόλα», όπου δανείστηκε την ιδέα της καμινάδας, μαζί με την ιδέα του έλκηθρου και των οκτώ ελαφιών που το σέρνουν, από ένα φινλανδικό παραμύθι.'
  4. + αιτιατική + απόπαίρνω ή δέχομαι ένα δάνειο Βικιλεξικό
    • Ἡ Ἀραβικὴ, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἡ Τουρκικὴ καὶ ἡ Περσικὴ ἐδανείσθησαν πολλὰ, ἐπικρατεῖ εἰς μέγα μέρος τῆς Ἀσίας καὶ τῆς Ἀφρικῆς· αὕτη δὲ ἡ γλῶσσα καὶ ἡ Ἑβραϊκὴ, ἡ Συριακὴ, ἡ Φοινικικὴ, καὶ ἡ Χαλδαϊκὴ ὡσαύτως, κατάγονται ἀπὸ μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ἀρχήν.
    • Η νέα ελληνική γλώσσα δανείστηκε πολλές σημασίες από την γαλλική. Δανείστηκε ακόμα και την σημασία της λέξης «δανείζομαι».
    • Οι Ρωμαίοι δανείστηκαν πολλές λέξεις από την ελληνιστική κοινή π.χ. basilica.
  5. αποτελώ αντικείμενο δανεισμού, με δανείζουν Βικιλεξικό
    • Ένα βιβλίο που δανείστηκε το 1943 επέστρεψε στη Δημόσια Βιβλιοθήκη του Σαν Αντόνιο... 82 χρόνια αργότερα!

Ετυμολογία

δανείζομαι < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα δανείζομαι < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική emprunter → και δείτε δανείζω.

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδανείζομαιδανείζεσαιδανείζεταιδανειζόμαστεδανείζεστεδανείζονται
Παρατατικόςδανειζόμουν / δανειζόμουναδανειζόσουν / δανειζόσουναδανειζόταν / δανειζότανεδανειζόμασταν / δανειζόμαστεδανειζόσασταν / δανειζόσαστεδανείζονταν / δανειζόντουσαν
Αόριστοςδανείστηκαδανείστηκεςδανείστηκεδανειστήκαμεδανειστήκατεδανείστηκαν / δανειστήκαν / δανειστήκανε
Μέλλονταςθα δανείζομαι / θα δανειστώθα δανείζεσαι / θα δανειστείςθα δανείζεται / θα δανειστείθα δανειζόμαστε / θα δανειστούμεθα δανείζεστε / θα δανειστείτεθα δανείζονται / θα δανειστούν / θα δανειστούνε
Παρακείμενοςέχω δανειστείέχεις δανειστείέχει δανειστείέχουμε δανειστεί——
Υπερσυντέλικοςείχα δανειστείείχες δανειστείείχε δανειστεί———
Υποτακτικήνα έχω δανειστεί / να δανείζομαι / να δανειστώνα έχεις δανειστεί / να δανείζεσαι / να δανειστείςνα έχει δανειστεί / να δανείζεται / να δανειστείνα έχουμε δανειστεί / να δανειζόμαστε / να δανειστούμενα δανείζεστε / να δανειστείτενα δανείζονται / να δανειστούν / να δανειστούνε
Προστακτική—δανείσου——δανείζεστε / δανειστείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →