δανείζων
•
- λόγιοπου δανείζει, χορηγεί ένα δάνειο Βικιλεξικό
- Δεν επιβάλλεται δηλαδή, κατά τη γράφουσα, σύμφωνα με τις διατάξεις του ενωσιακού και εθνικού δικαίου η φύση του νομικού δεσμού μεταξύ δανείζοντα και δανειζόμενου στις περιπτώσεις δανεισμού τεχνικής ικανότητας και επαγγελματικών προσόντων να είναι άνευ ετέρου αυτή της υπεργολαβίας, προκειμένου να διασφαλιστεί η μη εικονικότητα του δανεισμού.
- Η δανείζουσα δηλαδή εταιρία, της οποίας το ΜΕΕΠ στελεχώνουν τα επιμέρους ΜΕΚ, δεν αναλαμβάνει να κατασκευάσει τμήμα του δημοπρατούμενου έργου.
Ετυμολογία
δανείζων < μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δανείζω
Άλλοι τύποι
δανείζονδανείζονταδανείζονταςδανείζοντεςδανείζοντοςδανείζουσαδανείζουσαςδανείζουσεςδανείζωνδανειζουσώνδανειζούσηςδανειζόντων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →