Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δανείζων

/ðaˈni.zon/ρήμα, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου δανείζει, χορηγεί ένα δάνειο Βικιλεξικό
    • Δεν επιβάλλεται δηλαδή, κατά τη γράφουσα, σύμφωνα με τις διατάξεις του ενωσιακού και εθνικού δικαίου η φύση του νομικού δεσμού μεταξύ δανείζοντα και δανειζόμενου στις περιπτώσεις δανεισμού τεχνικής ικανότητας και επαγγελματικών προσόντων να είναι άνευ ετέρου αυτή της υπεργολαβίας, προκειμένου να διασφαλιστεί η μη εικονικότητα του δανεισμού.
    • Η δανείζουσα δηλαδή εταιρία, της οποίας το ΜΕΕΠ στελεχώνουν τα επιμέρους ΜΕΚ, δεν αναλαμβάνει να κατασκευάσει τμήμα του δημοπρατούμενου έργου.

Ετυμολογία

δανείζων < μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δανείζω

Άλλοι τύποι

δανείζονδανείζονταδανείζονταςδανείζοντεςδανείζοντοςδανείζουσαδανείζουσαςδανείζουσεςδανείζωνδανειζουσώνδανειζούσηςδανειζόντων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →