δανείστρια γλώσσα
•
- η γλώσσα που δανείζει λέξεις (γλωσσικά δάνεια) σε άλλη γλώσσα (δανειζόμενη γλώσσα) Βικιλεξικό
- χ.η. Ανώνυμος, «Λεξικός δανεισμός και ειδικά λεξιλόγια, Πρόταση για διαθεματική διδασκαλία», greek-language.gr, πρόσβαση: 16. 7. 2025
- 2009 Παρασκευή Σαββίδου, «Το φαινόμενο του δανεισμού στη νέα ελληνική: Στάσεις, πραγματική φύση και διευθέτηση.», Μεταπτυχιακή εργασία. Τομέας Γλωσσολογίας, Τμήμα Φιλολογίας, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, πρόσβαση: 16. 7. 2025
- 2014 Γρηγόρης Σκιαδάς, «Τα δάνεια της Νεοελληνικής από την Αγγλική Γλώσσα - Μορφολογική ανάλυση», Έρκυνα, Επιθεώρηση Εκπαιδευτικών – Επιστημονικών Θεμάτων, Τεύχος 3ο, σελ. 159-176, πρόσβαση: 16. 7. 2025
- καταχρηστικάη δανειζόμενη γλώσσα Βικιλεξικό
- 2014 Γρηγόρης Σκιαδάς, «Τα δάνεια της Νεοελληνικής από την Αγγλική Γλώσσα - Μορφολογική ανάλυση», Έρκυνα, Επιθεώρηση Εκπαιδευτικών – Επιστημονικών Θεμάτων, Τεύχος 3ο, σελ. 159-176, πρόσβαση: 16. 7. 2025
- 2015 Βαρβάρα Πυρομάλη, «Παράγοντες που επηρεάζουν τη χρήση γαλλικών δάνειων λέξεων στη νέα ελληνική γλώσσα: μια έρευνα στις ψευδόφιλες μονάδες», 19. 8. 2015, 11ο Διεθνές Συνέδριο Ελληνικής Γλωσσολογίας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου, πρόσβαση: 16. 7. 2025
Ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δανείστρια γλώσσα | δανείστριες γλώσσες |
| Γενική | δανείστριας γλώσσας | δανειστριών γλωσσών |
| Αιτιατική | δανείστρια γλώσσα | δανείστριες γλώσσες |
| Κλητική | δανείστρια γλώσσα | δανείστριες γλώσσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →