δανειζόμενη γλώσσα
•
- γλωσσολογίαη γλώσσα που δανείζεται λέξεις (γλωσσικά δάνεια) από άλλη γλώσσα (δανείστρια γλώσσα) Βικιλεξικό
- 2006 Φαίδων Μαλιγκούδης, Ελληνισμός και σλαβικός κόσμος, σελ. 98
- 2013 Παναγιώτης Γ. Κριμπάς, Η νομική θέση της ελληνικής γλώσσας στην ανώτατη εκπαίδευση και η χρήση ελληνικής ορολογίας στην επιστήμη και την τεχνολογία: η σημερινή (2013) πραγματικότητα στην Ελλάδα, σελ. 141
Ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δανειζόμενη γλώσσα | δανειζόμενες γλώσσες |
| Γενική | δανειζόμενης γλώσσας | δανειζόμενων γλωσσών |
| Αιτιατική | δανειζόμενη γλώσσα | δανειζόμενες γλώσσες |
| Κλητική | δανειζόμενη γλώσσα | δανειζόμενες γλώσσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →