Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δανειοδοτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με δανειοδότη ή δανειοδότηση ή αναφέρεται σʼ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δανειοδοτικός < δανειοδότης + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδανειοδοτικόςδανειοδοτικήδανειοδοτικό
Γενικήδανειοδοτικούδανειοδοτικήςδανειοδοτικού
Αιτιατικήδανειοδοτικόδανειοδοτικήδανειοδοτικό
Κλητικήδανειοδοτικέδανειοδοτικήδανειοδοτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδανειοδοτικοίδανειοδοτικέςδανειοδοτικά
Γενικήδανειοδοτικώνδανειοδοτικώνδανειοδοτικών
Αιτιατικήδανειοδοτικούςδανειοδοτικέςδανειοδοτικά
Κλητικήδανειοδοτικοίδανειοδοτικέςδανειοδοτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →