δανειοδότρια
•
- κυριολεκτικάθηλυκό του δανειοδότης Βικιλεξικό
- Η λέξη, αν και ομόρριζη με το ουσ. μακαρόνι «ζυμαρικό» δεν εισήλθε στην ελληνική γλώσσα από την ίδια δανειοδότρια γλώσσα: το ζυμαρικό εισήλθε από τον τύπο πληθυντικού macaroni του βενετικού ουσιαστικού macarone, ενώ το μακαρόνι «είδος γλυκού» εισήλθε μέσω της γαλλικής γλώσσας. (Γεωργία Καλτσούδα, «Επανετυμολογήσεις του κοινού νεοελληνικού λεξιλογίου: αξιοποιώντας το σημασιολογικό κριτήριο στην ετυμολογική έρευνα», Λεξικογραφικόν Δελτίον, 27–28 (Αθήνα 2023) 106)
Ετυμολογία
δανειοδότρια < δανειοδότης + κατάληξη θηλυκού -τρια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δανειοδότρια | δανειοδότριες |
| Γενική | δανειοδότριας | δανειοδοτριών |
| Αιτιατική | δανειοδότρια | δανειοδότριες |
| Κλητική | δανειοδότρια | δανειοδότριες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →