δανειοληπτικός
•
- που αναφέρεται στη λήψη δανείου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δανειοληπτικός < δανειολήπτης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δανειοληπτικός | δανειοληπτική | δανειοληπτικό |
| Γενική | δανειοληπτικού | δανειοληπτικής | δανειοληπτικού |
| Αιτιατική | δανειοληπτικό | δανειοληπτική | δανειοληπτικό |
| Κλητική | δανειοληπτικέ | δανειοληπτική | δανειοληπτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δανειοληπτικοί | δανειοληπτικές | δανειοληπτικά |
| Γενική | δανειοληπτικών | δανειοληπτικών | δανειοληπτικών |
| Αιτιατική | δανειοληπτικούς | δανειοληπτικές | δανειοληπτικά |
| Κλητική | δανειοληπτικοί | δανειοληπτικές | δανειοληπτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →