δαπανηρός
•
- που απαιτεί μεγάλη δαπάνη για να αποκτηθεί, διεξαχθεί ή συντηρηθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δαπανηρός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δαπανηρός. Συγχρονικά αναλύεται σε δαπάν(η) + -ηρός.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δαπανηρός | δαπανηρή | δαπανηρό |
| Γενική | δαπανηρού | δαπανηρής | δαπανηρού |
| Αιτιατική | δαπανηρό | δαπανηρή | δαπανηρό |
| Κλητική | δαπανηρέ | δαπανηρή | δαπανηρό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δαπανηροί | δαπανηρές | δαπανηρά |
| Γενική | δαπανηρών | δαπανηρών | δαπανηρών |
| Αιτιατική | δαπανηρούς | δαπανηρές | δαπανηρά |
| Κλητική | δαπανηροί | δαπανηρές | δαπανηρά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →