Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δαπανηρός

/ða.pa.niˈɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που απαιτεί μεγάλη δαπάνη για να αποκτηθεί, διεξαχθεί ή συντηρηθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δαπανηρός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δαπανηρός. Συγχρονικά αναλύεται σε δαπάν(η) + -ηρός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδαπανηρόςδαπανηρήδαπανηρό
Γενικήδαπανηρούδαπανηρήςδαπανηρού
Αιτιατικήδαπανηρόδαπανηρήδαπανηρό
Κλητικήδαπανηρέδαπανηρήδαπανηρό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδαπανηροίδαπανηρέςδαπανηρά
Γενικήδαπανηρώνδαπανηρώνδαπανηρών
Αιτιατικήδαπανηρούςδαπανηρέςδαπανηρά
Κλητικήδαπανηροίδαπανηρέςδαπανηρά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →