Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δαρμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που τον έχουν δείρει, τον έχουν χτυπήσει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δαρμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου δέρνω

Άλλοι τύποι

δαρμέναδαρμένεδαρμένεςδαρμένηδαρμένηςδαρμένοδαρμένοιδαρμένοςδαρμένουδαρμένουςδαρμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →