δαρμένος
•
- που τον έχουν δείρει, τον έχουν χτυπήσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δαρμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου δέρνω
Άλλοι τύποι
δαρμέναδαρμένεδαρμένεςδαρμένηδαρμένηςδαρμένοδαρμένοιδαρμένοςδαρμένουδαρμένουςδαρμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →