δασάνθρωπος
•
- εξαιρετικά: Βικιλεξικό
- Ο δασάνθρωπος
- εξαιρετικά: Βικιλεξικό
- Το «Δεντρόσπιτο του Δασάνθρωπου» (στην Αγγλία)
- «[…] Ο κλάδος της μελισσοκομίας, όπως οι ρητινοκαλλιεργητές, οι υλοτόμοι και οι υπόλοιποι “δασάνθρωποι”, δέχτηκαν ισχυρό πλήγμα. Κάποιοι δουλεύουν στα έργα αποκατάστασης, άλλοι πήγαν στη Χαλκίδα ή σε άλλες πόλεις για να βρουν δουλειά σε εργοστάσιο, έγιναν εσωτερικοί μετανάστες δηλαδή. […]»
Ετυμολογία
δασάνθρωπος < δάσος + άνθρωπος• Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δασάνθρωπος | δασάνθρωποι |
| Γενική | δασανθρώπου | δασανθρώπων |
| Αιτιατική | δασάνθρωπο | δασανθρώπους |
| Κλητική | δασάνθρωπε | δασάνθρωποι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →