Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δασάνθρωπος

/ðaˈsan.θɾo.pos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. εξαιρετικά: Βικιλεξικό
    • Ο δασάνθρωπος
  2. εξαιρετικά: Βικιλεξικό
    • Το «Δεντρόσπιτο του Δασάνθρωπου» (στην Αγγλία)
    • «[…] Ο κλάδος της μελισσοκομίας, όπως οι ρητινοκαλλιεργητές, οι υλοτόμοι και οι υπόλοιποι “δασάνθρωποι”, δέχτηκαν ισχυρό πλήγμα. Κάποιοι δουλεύουν στα έργα αποκατάστασης, άλλοι πήγαν στη Χαλκίδα ή σε άλλες πόλεις για να βρουν δουλειά σε εργοστάσιο, έγιναν εσωτερικοί μετανάστες δηλαδή. […]»

Ετυμολογία

δασάνθρωπος < δάσος + άνθρωπος• Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδασάνθρωποςδασάνθρωποι
Γενικήδασανθρώπουδασανθρώπων
Αιτιατικήδασάνθρωποδασανθρώπους
Κλητικήδασάνθρωπεδασάνθρωποι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →