δασάρχης
•
- επικεφαλής του δασαρχείου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δασάρχης < δάσ(ος) + -άρχης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δασάρχης | δασάρχες |
| Γενική | δασάρχη / δασάρχου | δασαρχών |
| Αιτιατική | δασάρχη | δασάρχες |
| Κλητική | δασάρχα / δασάρχη | δασάρχες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →