δασαρχείο
•
- η δασική υπηρεσία, η δημόσια υπηρεσία που έχει υπό την ευθύνη της τις δασικές περιοχές Βικιλεξικό
- το κτήριο που στεγάζει αυτήν την υπηρεσία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δασαρχείο μαρτυρείται από το 1833 στην καθαρεύουσα (δασαρχεῖον)< δασάρχης + -είο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δασαρχείο | δασαρχεία |
| Γενική | δασαρχείου | δασαρχείων |
| Αιτιατική | δασαρχείο | δασαρχεία |
| Κλητική | δασαρχείο | δασαρχεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →